Τρίτη, 13 Οκτωβρίου 2009

Ταξίδι στη βροχή




Η μέρα ξημέρωσε βροχερή ,μουντή ,σκοτεινιασμένη ..Παρέσυρε μαζί της και την διάθεσή μoυ..Εδώ ,σε τούτο το μικρό ασπρονήσι,βρέχει τόσο σπάνια που όταν έρχεται η βροχή ξεπλένει πέρα από τους δρόμους και την ίδια την ψυχή σου..Σε κάνει και ανοίγεσαι ξανά όπως ανοίγουν τα σύννεφα και να χάνεσαι μέσα της..
Έχω ανοίξει το παράθυρο χαζεύω τη θάλασσα ,τον ορίζοντα και ακούω τη βροχή να μαίνεται και κάπου κάπου αντιλαμβάνομαι τη λάμψη μιας αστραπής και μετράω μέχρι το πέντε για να αφουγκραστώ τον ήχο της σύγκρουσης και να νιώσω ότι έχει πλησιάσει..Όπως τώρα..ένα δύο τρία τέσσερα,πέντε..Δεν άκουσα τίποτα ακόμα..Έχουμε ώρα μέχρι να μας φτάσει η καταιγίδα....Φυσάει πολύ και πλοίο δεν φαίνεται στον ορίζοντα και μάλλον δεν θα έρθει..Οι δυνάμεις της φύσης εξαπολύθηκαν όλες μαζί αυτό το πρωινό και επικρατεί αντάρα..Ο΄Άνεμος μαίνεται και μαστιγώνει μαζί με τη βροχή τη θάλασσα τόσο δυνατά που εκείνη από τον πόνο σηκώνει κύματα που ξεσπάνε με μανία στα βράχια που διακρίνονται αχνά καθώς η βιαιότητα της βροχής είναι τέτοια που μοιάζει με ομίχλη που απλώνεται ολοένα και περισσότερο..

Η πόλη κινείται αποκομμένη αυτό το πρωινό από τον υπόλοιπο κόσμο και υπάρχουμε μόνο εμείς και κανείς άλλος..Τίποτα δεν μπορει να μας φτάσει σήμερα..Τίποτα δεν μπορεί να μας πλησιάσει..Αλλά εξακολουθούμε και υπάρχουμε..Είμαστε εμείς πάνω σε ένα ένα νησί που ταξιδεύει στο χρόνο και γλιστράει αργά μέσα στο τρικυμισμένο πέλαγος αλλά συνεχίζουμε να υπάρχουμε..Τέτοιες ώρες εδώ ξυπνάει το παρελθόν του τόπου και η φαντασία το φτάνει,ακουμπάει τα δικά του όρια..Σε πάει πίσω..Τότε που οι άντρες ήταν στα καράβια και οι γυναίκες όταν έβλεπαν τον καιρό να χαλάει ζύμωναν άρτο και πήγαιναν στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου κάνοντας δεηση στο όνομα Του να προστατέψει τους άντρες τους ,τα αδέρφια τους,τους πατεράδες του..Τώρα κανείς δεν φαίνεται να ανεβαίνει το μονοπάτι Του..Εκείνο μένει όρθιο όμως πάνω στον ξερό βράχο και καθώς το ιερό Του κοιτάει τη θάλασσα είναι σαν να προστατεύει ακόμα όσους χάθηκαν ή υπάρχουν εκεί μεσα στην αγκαλιά της και προσπαθούν να παλέψουν με τον καιρό..Δύσκολος τόπος..

Ανάβω ένα τσιγάρο,πίνω μια γουλιά από τον καφέ μου και κοιτάω τα σύννεφα ενώ συνεχίζω να γράφω..Δεν ανάβω το φως..Η μυσταγωγία του ημίφωτος από τα μαύρα σύννεφα που σκέπασαν τον ήλιο με κάνουν να ταξιδεύω και δεν θέλω να τη χαλάσω με τεχνητό φως ..Είναι ιεροσυλία..

Σήμερα απολαμβάνω την ηρεμία μου καθώς όλοι έχουν φύγει από το πρωί..Απολαμβάνω τη σιωπή,την αρμονία και τη μουσική της βροχής,ακούω τους ήχους της φύσης και παίρνω βαθιές αναπνοές να κρατήσω όσο μπορώ μεσα μου το άρωμα της βρεγμένης γης,ταξιδεύω στο παρελθόν μου,θυμάμαι ανθρώπους που έχασα,φίλους που είναι μακριά και χαμογελάω καθώς η βροχή που τη λατρεύω με προκαλεί, με ξεσηκώνει για να ντυθώ, να βγω, να περπατήσω μέσα της όπως κάθε φορά που βρέχει και ξέρω πως θα το κάνω σε λίγο..Ξέρω καλά πως τα βήματά μου θα με φέρουν στην προβλήτα του λιμανιού και θα περπατήσω για άλλη μια φορά δίπλα στη θάλασσσα που λατρεύω έχοντας τον άνεμο κόντρα στο πρόσωπό μου να μου φέρνει την αλμύρα της στα χείλη..

Αν αυτό που ζω,αν αυτό που η ψυχή μου βιώνει σήμερα με γαλήνη δεν είναι μια μικρή στιγμή ευτυχίας,τότε τι άλλο μπορεί να είναι;

Τελικά ο άνθρωπος δεν θέλει πολλά για να νιώσει ευτυχισμένος..Αρκεί μια στιγμή ..Αρκεί μ ι α βροχερή μελαγχολική μέρα για να γαληνέψει..